Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

πτ. 1

"Θεέ μου, είναι τέσσερις το πρωί!τι σκατά;"
Ήταν λίγο μετά από τις τέσσερις τα χαράματα και ο ουρανός ακόμη ήταν σαν το κάρβουνο. Το κρύο ήταν βασανιστικά διαπεραστικό.
"Δεν υπάρχει Θεός". Σημείωσε με πικρία, με τα βίας ανοίγοντας το στόμα της για να αρθρώσει τις λέξεις.
"Σοβαρά;"
Ήταν πολύ αργά το βράδυ. Ή πολύ νωρίς το πρωί. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ήταν λάθος ώρα. Ίσως μετά από μια συγκεκριμένη ώρα, ο κόσμος ολόκληρος θα έπρεπε απλά να κοιμάται. Να μπαίνει σε καταστολή, να αναπνέει πιο ήρεμα.
Είχε σταματήσει επιτόπου στο τρίτο σκαλί της σκάλας, τυχαίως στο μόνο από όλα τα δεκαοκτώ μαρμάρινα σκαλιά που έδιναν πρόσβαση στον πρώτο όροφο που είχε μια σκούρα ιώδης κηλίδα στο σχήμα της Αυστραλίας. Το βλέμμα της ήταν μπερδεμένο, προφανώς δεν μπορούσε να αφομοιώσει τι ακριβώς γινόταν. Φαινόταν σαν να είχε την εντύπωση ότι βίωνε ένα πολύ έντονο όνειρο, που μοιάζει να είναι η πραγματικότητα, αλλά καθ'όλη τη διάρκειά του, στα έγκατα της συνείδησης σου, ξέρεις ότι σε λίγο θα ξυπνήσεις.
Κάθε σκαλί ήταν ένα ολόκληρο ταξίδι. Κάθε νεφέλωμα πάνω στο μάρμαρο ήταν μια χώρα και μια ζωή. Ενός ανθρώπου πληγωμένου από έναν άδοξο έρωτα, ή από μια αποτυχημένη επιχειρηματική απόπειρα. Σημαδεμένη με ιώδης βούλες, ακανόνιστες σε σχήμα, που στις άκρες ξεθωριάζουν σαν να διαλύονται στο νερό, όπως οι φιλοδοξίες δύο νιόπαντρων ή ο ενθουσιασμός του μαθητή για το Σαββατοκύριακο πριν από ένα σημαντικό διαγώνισμα.
Επτά χρόνια, αμέτρητες φορές είχε έρθει σε αυτό το σπίτι μα ποτέ δεν θυμόταν σε ποιόν όροφο ήταν το διαμέρισμα με το άθλιο ξεθωριασμένο μπεζ πατάκι εισόδου. Πρέπει να ήταν στον τρίτο. ΄Η στον δεύτερο. Δεν είχε και πολύ σημασία, τώρα είχαν μουσκέψει το απαίσιο πατάκι με τις βρεγμένες σόλες τους, μετατρέποντας το χρώμα του σε ένα πιο αποδεκτό σκούρο καφέ και η πόρτα έκλεινε απέξω το κρύο με έναν κοφτό γδούπο. Δεν έβρεχε ακριβώς. Όποτε ο ουρανός θυμόταν άνοιγε και περιέλουζε τις αλουμινένιες οροφές των αυτοκινήτων, δηλώνοντας με νοσηρό ήχο την παρουσία τους οι σταγόνες. Μετά σταμάταγε για λίγο και οι λεμονιές στα πεζοδρόμια έστυβαν τα φύλα τους μέχρι να ξαναρχίσει η βροχή.
"Δεν θέλω να κοιμηθώ".





  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου