Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

once again in the world, of twelve hundred feelings

είναι χαράματα, ή αργά το απόγευμα. Ο ουρανός λίγο φωτισμένος απ' ότι έχει απομείνει από τον ήλιο, ή απ' ότι παρουσιάζει υποσχόμενος. Σε μια ξένη χώρα όπου κανείς δεν ξέρει το όνομα μας και τις παλιές μας μέρες, σε ένα σπίτι άδειο, μα δικό μας. Εγώ θα έχω γεμίσει τους ξεθωριασμένους ταπετσαρισμένους τοίχους με αποκόμματα από άρθρα και με εικόνες και πίνακες με διάφορα κάδρα. Στο πάτωμα παντού, εγκαταλελειμμένα τα χαρτιά σου και οι στίχοι σου, κάπου παραπέρα ακουμπισμένες τρυφερά στον τοίχο οι κιθάρες σου. Λίγα έπιπλα, μια μεγάλη ζεστή πολυθρόνα σε σκούρο μπλε ή πράσινο χρώμα, ένα ξύλινο απαρχαιωμένο γραφείο, να στηρίζει τα βιβλία μου όταν γεμίζουν τις γωνίες των δωματίων. Ένα κρεβάτι, με φουσκωτά παπλώματα να κρύβουν το περίγραμμά του, στο οποίο τώρα είμαστε ξαπλωμένοι. Σαν να κοιμάσαι, ή μήπως -όντως κοιμάσαι?- , με το χέρι να κρέμεται έξω από το κρεβάτι, πολύ κοντά στο να ακουμπάει το ετοιμοθάνατο σου τσιγάρο το πάτωμα, είσαι ξαπλωμένος με το κεφάλι ακουμπισμένο λίγο πιο μπροστά από τα πόδια μου. Εγώ, κάπως καθισμένη, κρατώ στο χέρι μου ένα φθαρμένο βιβλίο με λέξεις στα ελληνικά, διαβάζω δυνατά, ποίηση ή πρόζα, αποκομίζοντας σε. Έχουμε μόνο δύο λάμπες που λειτουργούν, η μία στο σαλόνι, η άλλη στο υπνοδωμάτιο, πάνω σε μια στοίβα γερμανικών βιβλίων για φυσική, βοτανολογία και ανθρωπολογία. Δεν είναι αναμμένη και ίσως τώρα νυχτώνει. Πλέον το τσιγάρο σου έχει σβήσει, εγώ έχω σταματήσει να διαβάζω και χαϊδεύω τα μαλλιά σου και προσπαθώ να συγχρονίσω τον ρυθμό αναπνοής μου με τον δικό σου. Φυσικά δεν τα καταφέρνω. Μετά από λίγο, σαν να μην κοιμόσουν τελικά, ανασηκώνεσαι, ψιθυρίζεις κάτι που δεν καταλαβαίνω στο αυτί μου και ακουμπάς τα χείλη σου στα δικά μου. Σηκώνεσαι, και εξαφανίζεσαι από το δωμάτιο. Ξαπλώνω στα σκεπάσματα που είχα πριν λίγες μέρες διαλέξει όταν εσύ δεν μπορούσες να έρθεις μαζί στο μαγαζί και τελικά δεν σου άρεσαν αλλά ποτέ δεν μου το είπες. Μετά απ' ότι φάνηκε ένα λεπτό, μα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ώρες, σε νιώθω ξαπλωμένο δίπλα μου, τσιγάρο ή ποτήρι στο χέρι, τα κλειστά μάτια προσηλωμένα στο ταβάνι. Είσαι δίπλα μου. Κοιμάμαι ήρεμα.
Ή ίσως τώρα ξημερώνει και δεν έχουμε κοιμηθεί εδώ και μέρες. Δεν πειράζει, δεν θα κοιμηθούμε για άλλες λίγες. Έχουμε ένα στριμωγμένο μπαλκόνι, αντικρίζει μια όμορφη ήσυχη ευρωπαϊκή κωμόπολη που ακόμη κοιμάται, ή στο βάθος, τον τρούλο μιας γοτθικής εκκλησίας που μόλις κρύβει την κορυφή του ήλιου. Κλαίω και εσύ κάθε λίγο χαϊδεύεις τα δάκρυα μου μακρυά από το πιγούνι μου. Δεν μιλάμε, δεν χρειάζεται. Αρχίζεις και μου μιλάς με βραχνή φωνή για τις ημέρες που πέρασες μακριά μου στην ιταλική επαρχεία, σαν μια ιστορία, ένα παραμύθι που λες σε ένα παιδί για να πάει για ύπνο. Ο ήλιο μόλις που κατευθύνει τις ακτίνες του προς εμάς. Κάνουμε έρωτα και τελικά αποκοιμώμαστε παρά τα σχέδια μας.
Ίσως το βράδυ βγαίνουμε και περπατάμε κύκλους, ακούμε μουσική και χορεύουμε μεθυσμένοι. Ίσως τα απογεύματα δουλεύω σε ένα παλιό σκονισμένο βιβλιοπωλείο και κάπου κάπου, στον δρόμο σου για οπουδήποτε ταξιδέυεις με την κιθάρα σου, περνάς να με δεις, Ό,τι, ό,τι και να είναι. Πιστεύω είμαστε χαρούμενοι και τα δάκρυα μας δεν είναι πιά λυγμοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου